Archive for the 'Active Member' Category

28
Jul
09

Δε θέλω να γλυτώσω από τα όμορφα

Πως να σου πω για αυτές τις σκέψεις που σταθήκαν στο μυαλό μου,
θρονιαστήκαν και φωτίσανε για λίγο τ’ όνειρό μου
κι οι στιγμές χορέψανε μπροστά μου σα σκιές·
άλλες ανήκαν εδώ κι άλλες χανόντουσαν στο χτες.
Σκορπισμένες όλες στης ζωής το βιβλίο
κι οι σελίδες οι θαμπές, τσακισμένες στα δύο
να μου θυμίζουν ότι κάπου στα παλιά τα μονοπάτια
είναι της μνήμης μου τα πιο όμορφα κομμάτια·
αγαπημένα σαν όργανα παλιά ξεκουρδισμένα,
μακριά από μένα, περασμένα ξεχασμένα,
ξεμακραίνουν λίγο- λίγο μ’ ένα χρόνο σακάτη
κι έτσι φουντώνει του πόνου το γινάτι.
Ίσως μεγάλωσα και κάπως παραπάνω
και στην ανάγκη να πάψω και το κέφι μου να κάνω,
μα θα μικρύνω και θα σβήνω τη χαρά μου
κι αυτά τα ωραία που κυλήσανε μπροστά μου.
Γι’ αυτό γυρίζω στα παλιά να ξεδιψάσω·
οι στιγμές μου μ’ αφήνουνε παρέα να ξαποστάσω
και λιγώνουν τη ψυχή μου κάθε τόσο.
Από τα όμορφα δε θέλω να γλιτώσω.

Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα,
γιατί εκείνα την ασκήμια μου σκεπάζουν
κι όταν φοβάμαι τα πιο μεγάλα ψέμματα,
μακάρι πάντα να μου τάζουν.
Δε θέλω να γλιτώσω από τα όμορφα,
ούτε για λίγο σου λέω να τ’ αποφύγω.
Τα φτιάχνω θύμηση και τα ντύνω όνειρα
και μες στη σκέψη μου τα πνίγω.

Είναι τα όμορφα με τ’ άσχημα μπλεγμένα,
πάνω στης μοίρας τα παραμύθια κεντημένα,
ξαναμμένα με τραβάνε στο χορό τους το τρελό·
ψάχνω τα βήματα να βρω και χάνω το ρυθμό.
Μα όταν με πιάσουνε τα όμορφα απ’ το χέρι
με ταξιδεύουνε στου ήλιου το κρυμμένο μου αστέρι
και μου ανοίγουν τη ψυχή να τραγουδήσω,
με τη βροχή του κόσμου να νυχτοπερπατήσω.
Όμως, δε ξέρω αν πρέπει να μείνω ή να φύγω,
αφού τα όμορφα κι αυτά κρατάνε λίγο
και μένει ο φόβος στη ζωή συνοδοιπόρος
σε κάθε ανάσα, κάθε σκέψη απαράβατος όρος.
Κι ενώ το ψέμα κι εγώ είμαστε πράματα χώρια
να με γλιτώσει θέλω, όταν φοβάμαι, από τα ζόρια.
Μικρό το κακό, αφού τουλάχιστον θα ζήσω,
τις κλεμμένες στιγμές για λίγο όνειρα θα ντύσω.
Ας λένε πως τα δύσκολά θεριεύουν τη ψυχή,
είναι ο πόνος όμως, στιχοπαιδεύτρα ευχή.
Μη με αφήσεις εδώ πέρα να στοιχειώσω

28
Dec
08

ΡΕ κάνε μου τη χάρη …


Στίχοι: B.D Foxmoor
Μουσική: Active Member
Πρώτη εκτέλεση: Active Member

Όταν ανοίγεις την καρδιά σου κράτα ρε και λίγο αβάντα
όλα τον κόπο δεν αξίζουν το ίδιο πάντα
μην ξεγελιέσαι και σε παίρνουν χαμπάρι με την πρώτη
μπορεί η τύχη να σου χρωστάει έναν προδότη.
Ή ακόμα ένα φίδι με την γλώσσα ποτισμένη
με φαρμάκι που αντέχει στον καιρό δεν ξεθυμαίνει
μην το χαϊδεύεις λοιπόν κι όταν άκακο σου μοιάζει
κάνε το πρώτος να τρομάζει
Τι έχεις να χάσεις το καλό ή το κακό
έτσι κι αλλιώς θα σε δαγκώσει όταν σε βρει βολικό
θα τυλιχτεί απ’ το λαιμό σου
θ’ αλλάξει δέρμα να ξαλαφρώσει απ’ τον καημό σου
Σ’ αυτά τα μέρη από παλιά μας ζώνουν τα φίδια
δε βρήκα ούτε ένα ρε να κουβαλάει πάνω του αρχίδια
δε βρήκα ούτε ένα να τελειώνει μοναχό του
πάντα κάποιος θα υπήρχε που γελούσε στο χαμό του
Σύνδρομο της κατοχής ή μετάλλαξη εποχής
που οι ρουφιάνοι τώρα είναι άνευ ενοχής
έχουν κώδικα κοινό ίδιο λάκκο για φωλιά
κι από κει που δαγκωνόντουσαν ν’ αλλάζουν φιλιά
Ζευγαρώνουν με καμάρι και φωνάζουν δυνατά
είναι κάτι που γνωρίζουν καλά τα ερπετά
δεν τα ξέρω εγώ αυτά και πάρτε το χαμπάρι
όποιος προδώσει μια φορά θα μου χρωστάει και μια χάρη

Όσα σου έταξα λοιπόν να τα θυμάσαι καλά
κι όταν θα σέρνεσαι όπως λέει κι η κατάρα χαμηλά
να ‘χεις το νου σου άμα ταιριάξει το φαρμάκι θα σου βγάλω
και να το πιεις με το ζόρι θα σε βάλω
Θα θέλει το κορμί σου την ψυχή σου ν’ αδειάσει
κι ένα θάνατο αργό να σου ταιριάζει
θα θέλει την ντροπή σου λάφυρο για τη ζωή σου
κι όταν θέλουν οι τύψεις θα ξεδιψάνε στην πληγή σου
Γι’ αυτό σου λέω κράτα το μάτι ανοιχτό όταν κοιμάσαι
μια νύχτα σαν κι αυτή θα ‘ρθω που θα φοβάσαι
να σου τυλίξω το λαιμό με λίγη λάσπη απ’ το βάλτο
μας περισσεύει το κακό εκεί κάτω
Μας περισσεύουν κι οι μύθοι αλλά απ’ αυτό δε σου χαρίζω
σου ‘χα φτιάξει ένα ψέμα τώρα πίσω δε γυρίζω
θα μείνω εδώ κι όσο καιρό και να μου πάρει,
θα περιμένω γι’ αυτό κάνε μου τη χάρη.

Γιατί όπως λέει κι ο σοφός
όταν του ήλιου βγει το φως
το φίδι άσε μονάχο να συρθεί
μη το βοηθάς να σηκωθεί.

Τι ωραία η προδοσία σου ‘χει φτιάξει ευλυγισία
για να σου δίνουν οι χαμένοι σημασία
σου ζωγράφισε κι ένα χαμόγελο στο στόμα
σού ‘φτιαξε μάσκα αφού κατούρησε στο χώμα
Σ’ άλλαξε τη μιλιά κι έδωσε στα πουλιά
για να μιλάνε όσο πετάνε την παλιά
να λένε όποιος την είδε σε μια νύχτα παλικάρι
ότι είμαι εδώ και μου χρωστάει και μια χάρη.

Κάνε μου τη χάρη, όσα σου έταξα να τα θυμάσαι.
Κάνε μου τη χάρη με το ένα μάτι ανοιχτό να κοιμάσαι.
Κάνε μου τη χάρη να μιλάς δυνατά όταν φοβάσαι.
Κάνε μου τη χάρη, για να σ’ ακούω απ’ όπου και να’σαι

09
May
08

Πες μου τι άλλο φοβάσαι και θα γίνω…

Τι άλλο φοβάσαι …


Κάποτε σ’ είδα στο πέρασμα του αιώνιου κόμβου,
στο καιρό του τρόμου και του αλλόκοτου φόβου,
να διπλώνεσαι, ν’ ανησυχείς και να τρομάζεις
και πριν καλάρουν οι μέρες το σκασμό να βγάζεις.
Να μια απ’ τα ίδια — ίδιοι δρόμοι — ίδιοι κύκλοι•
γαβγίζουν οι άνθρωποι — σκιάζονται οι σκύλοι,
θρηνούν μανάδες, και πού να ξαποστάσεις
όταν στη μνήμη σου μακραίνουν οι αποστάσεις.
Έτσι σκηνοθετούν το σήμερα άκριτοι κοσμοκράτορες,
βαρέθηκα τα έγκυρα – είναι όλοι προβοκάτορες
που πιάνονται απ’ τον φόβο σου και φτιάχνουν ιστορίες
κι ενάντια στους άπιστους στήνουν σταυροφορίες
από χορτασμένους με το ίδιο ήθος και παράστημα
που θα εξοντώνουν όσα τους μοιάζουν άσχημα.
Έτσι κι εγώ αφού σκιάζεσαι ξανά σε φτύνω.
Ψάχνω, λοιπόν, ό,τι φοβάσαι για να γίνω…
Γίνομαι τάφος αντάρτη στο Ιράκ και μοιρολόι στη Παλαιστίνη,
τυφλός στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη•
πεινασμένος ιθαγενής στο Μεξικό,
χίλιες επεξηγήσεις για το φόβο σου στο λεξικό,
μοναχός στο Θιβέτ — κι aboriginal στην Αυστραλία,
τζαμί καμένο από φασίστες στην Ιταλία•
εθελοντής γιατρός απ’ την Αβάνα
και παιδί στην Τεχεράνη απ’ ανύπαντρη μάνα•
νεκρός κι άταφος δάσκαλος στη Σομαλία,
κυνηγημένος τούρκος συγγραφέας στη Γαλλία,
εργάτης στα πετρέλαια στη Βενεζουέλα
και στο Μπέλφαστ μια ματωμένη φανέλα•
βραζιλιάνος με 8 σφαίρες στο κεφάλι στο Λονδίνο
– τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω.
Εγώ που κάνω όνειρα κι έχω πολλά ωραία να χάσω
κάνω και την αρχή — δε γουστάρω να ησυχάσω.
Τι άλλο φοβάσαι, πες μου, και θα γίνω
κι ας έχω τόσα πολλά κι ωραία να χάσω.
Κι ούτε στιγμή μη ρωτάς τι θα απογίνω,
μου φτάνει που δε γουστάρω να ησυχάσω
(που είμαι εδώ και θέλω τη βολή σου να χαλάσω — πες μου, τι άλλο φοβάσαι)
Θα γίνω χρήστης που παλεύει για τη σωτηρία,
διψασμένος πρόσφυγας από τη Νιγηρία,
σαρίκι τυλιγμένο σε περήφανο κεφάλι
και μασάτι από αφρικάνικο ατσάλι.
Σφαγμένο θηλυκό απ’ τους γονείς του στην Κίνα
κι ορφανό σε φαβέλα που πεθαίνει απ’ την πείνα.
Τι άλλο φοβάσαι πες μου και θα γίνω…
Αλγερινός που ξημερώνεται σε γαλλικά λιμάνια
και μάτια που κοιτούν από πασαμοντάνια•
τούρκος αναλφάβητος που ζει στο Γκάζι
και μορφωμένος Αλβανός που σε τρομάζει•
στο τοίχος της ντροπής stencil απ’ τον Banksy
κι ο εφιάλτης σου πριν να χαράξει.


Πες μου, τι άλλο φοβάσαι και θα γίνω…

Πες μου, τι άλλο φοβάσαι και θα γίνω…

15
Mar
08

Σ’ ένα φύλακα άγγελο αλήτη

Σ’ έχω δει στα πιο παράξενα και όμορφα μέρη
όπου κρατούσα μικρόφωνο βρισκόσουν εκεί
με ένα τσιγάρο ή μ’ ένα ποτήρι στο χέρι
κάπου στο βάθος μακριά από τη σκηνή
σ’ είδα χειμώνα σ’ ένα χώρο ζεστό μικρό
και καλοκαίρι σε φευγάτο νησί
σ’ είδα σε γήπεδο σε κάποιο μακρινό χωριό
και στην Αθήνα σε μεγάλο μαγαζί.
Σ’ είδα κι αλλού με κόσμο πολύ στριμωγμένο
και σε μέρος που ήμασταν εμείς κι εμείς
σ’ είδα να γελάς και άλλοτε θυμωμένο
και γούσταρα λόγω τιμής
σ’ έχω ακούσει δυνατά να τραγουδάς και να φωνάζεις
να τα κάνεις τριγύρω σου κομμάτια
σ’ έχω πιάσει για ώρα προσεκτικά να κοιτάζεις
τα ‘χουμε πει τόσες φορές με τα μάτια.
Σ’ είδα να μου χτυπάς την πλάτη και να φεύγεις
να δακρύζεις και το κεφάλι να σκύβεις
σ’ έψαχνα κάπου στο φως, αλλά κι εσύ τ’ αποφεύγεις
στην αρχή μου φαινόταν πως κι εσύ κάτι κρύβεις
με την πάρτη σου που λες είχαν πολλοί τρελαθεί
σ’ είχαν περάσει για χαμένο ή ασφαλίτη
τώρα ξέρω το Low Bap όπου βρεθεί
έχει ένα φύλακα άγγελο αλήτη.
Ρε, δε με νοιάζει από που ‘ρθες σου λέω
κι εμείς εδώ είμαστε περαστικοί
στον ουρανό ν’ ανέβω και να τα λέω
πάω στοίχημα πως θα ‘σαι και εκεί
Ρε, δε με νοιάζει ποιος σ’ έστειλε, τι θες
ούτε αν είσαι από άλλο πλανήτη,
εδώ χρωστάμε λύπες και χαρές
σ’ ένα φύλακα άγγελο αλήτη.
Δε σ’ έχω πιάσει πάνω απ’ άλλους να θέλεις ν’ ακουστείς,
όμως μαντεύω πως καλά με τα λόγια θα τα πας
δεν αγριεύεις χωρίς λόγο κι αν πιαστείς
τότε κουλάρεις ξανά και στο τοίχο ακουμπάς
υποψιάζομαι περίπου ποιο τραγούδι γουστάρεις
και νιώθω πως ακούς πάντα τ’ “Ονειρολόγιο”,
ωραία, ακόμα ένας τρελός ταξιδιάρης
που είν’ η ζωή του ένα Low Bap δρομολόγιο.
Υπάρχουν φίλοι που δεν έχουν δώσει δραχμή,
ενώ εσύ πληρώνεις μάλλον εισιτήριο
υπάρχουνε κι αυτοί που δεν είχανε τιμή,
ποιο θα τους διάλεγες, για πες μου, εσύ μαρτύριο
υπάρχουν κι άλλοι όχι και τόσο κουρασμένοι
θυμίζουν μαθητές μέσα στην τάξη
μπροστά που κάθονται οι καλά οι διαβασμένοι
και πίσω αυτοί που είναι αλλού μα και οι εντάξει
Μου ‘παν στα δύσκολα πως ρώταγες για μένα
τότε γέλασα πολύ κι η ψυχή μου το χάρηκε
τους είπα να σε βρουν, όμως τα ίχνη σβησμένα
κάποιος τους είπε πως ο αλήτης χάθηκε
εγώ όμως ξέρω την επόμενη φορά
όταν θα ψάξω από πάνω απ’ τη σκηνή
σε μια γωνιά, στη τελευταία τη σειρά
πάω στοίχημα ξανά πως θα ‘σαι εκεί.

01
Sep
07

Άραξε ρε στη βολή σου

ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Από που ’ρθες, ρε, μεγάλε και παράξενα μιλάς
όλα μου μοιάζουν ωραία, εσύ γιατί μου το χαλάς
όλοι χωράμε παντού γιατί περίεργα κοιτάς
έφαγες πόρτα απ’ τη ζωή μας και γελάς.
Σε κοιτάζω τόση ώρα κι όλο κάτι μου θυμίζεις
δε μπορεί απ’το πουθενά μοναχός σου να γυρίζεις
άραξε ρε στη βολή σου
έλα δίπλα ξάπλα και κοιμήσου.
Γιατί τώρα οι ανάσες μας τρομάζουν σαν κραυγές
και οι τύψεις στήνουν γλέντι θες δε θες
τώρα μας πνίγει η συνήθεια βοηθάει κι η ευκολία
είναι όλα τόσο ωραία μοιάζει εύκολη η λεία.
Στην εποχή αυτή που ζούμε των μετρίων
βασιλιάδες οι τρελοί των ηλιθίων
τώρα διαλέγουμε απ’ το ψέμα ένα ψέμα μα όλα ίδια
πιο μεγάλο τώρα ψέμα ανακυκλώσιμα σκουπίδια.
Τα μισόλογα άρκουν άκουσέ με κάτι ξέρω
έχω πεί τόσα πολλά κι έτσι πια δεν υποφέρω
θα στα φτιάξω ένα τραγούδι και την άκρη θα την βρείς
πίσω απο τη μελωδία τη γνωστή της παρακμής.

 

Γίναν οι πρόσφυγες τουρίστες και οι ευέλικτοι αρτίστες
πρώτο τραπέζι και η μιζέρια μας στις πίστες
η υπομονή τον πρίγκηπά της περιμένει,
η σιωπή τώρα φωνάζει σαν πεθαίνει.
Ο μικρός ξέρει καλά όταν τρέχει που πηγαίνει
ο μεγάλος δεν θυμάται προσπαθεί, μα δε μαθαίνει
ο θεός ψάχνει τον τρόπο μια συγνώμη να μας πεί
έχει πρόβλημα ο δέκτης η επαφή έχει κοπεί.
Τα παράσιτα πολλά μα θα στήσω μια κεραία
στην ταράτσα έτσι για μούρη για να φαίνεται ωραία
έχω σπάσει στο PC μου κωδικό για την τιμή μου
κι έχω σβήσει απ’τα αρχεία την ντροπή μου.
Η χαρά βγήκε στην πιάτσα και η τιμή είναι προσιτή
μορφωμένος νταβατζής και τσατσά η αρετή
τσαμπουκά πουλάει το μέλλον για να διώξει το παρόν
η ψυχή μας προϊόν συνταγή απ’το παρελθόν.
Βρυξέλες Πομπηία Βερσαλλίες και Σιών
οίκοι ανοχής και μόδας χαίρουν φιλανθρωπίων
μια φτηνή δικαιολογία για την κάθε μας στιγμή
μια ωραία μελωδία από σένα παρακμή.

 

Είναι θέμα ζωής (τώρα πιά)

 

και ανάγκη εποχής(όχι για μένα)
η ευκολία για μια λύση της στιγμής (η ευκολία που μας δέρνει της στιγμής)
κι αν την άκρη δε βρείς (ρε άντε γειά)

 

λίγο πρίν να χαθείς (θα γίνουμε ένα)

χάρισμά σου η μελωδία της παρακμής.

24
Jun
07

Μέρες παράξενες , θαυμάσιες μέρες…

cover_94.jpgonstage_29-6-2004-12_37_16.jpgre00002308.jpg

 

Σταμάτα να καυχιέσαι πως όλα τα είδες

 

είναι μεγάλη η διαδρομή
το μέτωπο σου δειλιάζει να χαράξει ρυτίδες
σε μια μικρούλα έχεις φωλιάσει ρωγμή
αυτού του κόσμου που ονειρεύεται ακόμα
να γίνει ένα αιώνιο, απέραντο μνήμα
στάσου και φτύσε στου χρόνου το γιόμα
ό,τι σκεφτείς εδώ είναι όλα χύμα.
Δέσου καλά στο κατάρτι και άσ’ τις σειρήνες
να σε φωνάζουν, να σου τάζουν πολλά
άσε τα χρόνια, άσε τους μήνες
να σε γεράσουν όπως ξέρουν καλά
άσε τις μέρες αυτές να σε γεμίσουν φωτιά
έχουνε μνήμη καλή και μας χρεώνουν
μας στέλνουν πίσω της μετάνοιας τα χαρτιά
μας αγαπούν και μας τελειώνουν.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
θα μείνω εδώ δεν έχω που να κρυφτώ.

 

Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
δε προλαβαίνω ούτε καν να σκεφτώ.
Γι’ αυτό σου λέω είναι βαριά τιμωρία
να θέλει η νιότη σου να τρέξει μπροστά.
Πείσε την πρώτα ότι δε κάνει αγγαρεία
κι ύστερα τράβα απ’ αυτήν χωριστά.
Τρέχα και βρες τις μεγάλες φοβέρες
έχουν κουρνιάσει μες στις ψυχές
και τραγουδούν τις παράξενες μέρες
δίπλα στις τύψεις και οι ενοχές
γίνανε λόγια απλά κι αυτές με φαντασία
γι’ αυτό περίεργα απόψε, δε στο ‘πα
δεν ικετεύουνε πια γι’ αθανασία
με προσευχές και παράξενα κόλπα.
Μη ξεχνάς και μη κερνάς αδικία
τώρα πια ανθρώπους και στιγμές
κράτα στην πάρτη σου τη πιο μεγάλη κακία
είναι θαυμάσιες οι μέρες αυτές.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
ψάχνω κουράγιο μήπως και ονειρευτώ
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
καλή ευκαιρία μήπως και μαγευτώ.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες
έτσι μπράβο να σ’ ακούω να μιλάς.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες.
Τι ωραίο να κλαις και να γελάς.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες.
Να ονειρεύεσαι, να μη ξεχνάς.
Μέρες παράξενες, θαυμάσιες μέρες.
Να μη φοβάσαι και να γερνάς.

 

 

 

 

onstage_29-6-2004-12_37_312.jpg




Calendar

July 2017
M T W T F S S
« Jul    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Pages

Ποτέ δεν θα ξεχάσω

Αλκυόνη Παπαδάκη

Είναι κάτι νύχτες, που τ' αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου. Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες. Και τα ξερά κλαδιά. Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου. Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα, να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη, ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ' ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει. Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της. «Αυτάααα! Πού είχαμε μείνει;» Σου λέει μ' όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα. Είν' αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά. Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν. Είν' αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς. Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.

Επισκέπτες

  • 22,731 hits
Add to Technorati Favorites